Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συναγωγή

/si.na.ɣoˈʝi/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η συνάθροιση, η συγκέντρωση ανθρώπων στον ίδιο τόπο Βικιλεξικό
  2. το μάζεμα, η συλλογή Βικιλεξικό
  3. το αποτέλεσμα του συνάγω (π.χ. ένα συμπέρασμα) Βικιλεξικό
  4. ιουδαϊσμόςο τόπος συγκέντρωσης, λατρείας της ιουδαϊκής θρησκείας Βικιλεξικό
  5. φυσικήη θερμοσυναγωγή, τρόπος με τον οποίο μεταφέρεται η θερμότητα μέσα σε ένα ρευστό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συναγωγή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική συναγωγή < συνάγω. Συγχρονικά αναλύεται σε συν- + αγωγή

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσυναγωγήσυναγωγές
Γενικήσυναγωγήςσυναγωγών
Αιτιατικήσυναγωγήσυναγωγές
Κλητικήσυναγωγήσυναγωγές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →