συναγωγή
•
- η συνάθροιση, η συγκέντρωση ανθρώπων στον ίδιο τόπο Βικιλεξικό
- το μάζεμα, η συλλογή Βικιλεξικό
- το αποτέλεσμα του συνάγω (π.χ. ένα συμπέρασμα) Βικιλεξικό
- ιουδαϊσμόςο τόπος συγκέντρωσης, λατρείας της ιουδαϊκής θρησκείας Βικιλεξικό
- φυσικήη θερμοσυναγωγή, τρόπος με τον οποίο μεταφέρεται η θερμότητα μέσα σε ένα ρευστό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συναγωγή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική συναγωγή < συνάγω. Συγχρονικά αναλύεται σε συν- + αγωγή
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συναγωγή | συναγωγές |
| Γενική | συναγωγής | συναγωγών |
| Αιτιατική | συναγωγή | συναγωγές |
| Κλητική | συναγωγή | συναγωγές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →