συναγωνιστικός
•
- που έχει σχέση με συναγωνισμό ή συναγωνιστή ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συναγωνιστικός < συναγωνίζομαι + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συναγωνιστικός | συναγωνιστική | συναγωνιστικό |
| Γενική | συναγωνιστικού | συναγωνιστικής | συναγωνιστικού |
| Αιτιατική | συναγωνιστικό | συναγωνιστική | συναγωνιστικό |
| Κλητική | συναγωνιστικέ | συναγωνιστική | συναγωνιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συναγωνιστικοί | συναγωνιστικές | συναγωνιστικά |
| Γενική | συναγωνιστικών | συναγωνιστικών | συναγωνιστικών |
| Αιτιατική | συναγωνιστικούς | συναγωνιστικές | συναγωνιστικά |
| Κλητική | συναγωνιστικοί | συναγωνιστικές | συναγωνιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →