Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συναγωνιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με συναγωνισμό ή συναγωνιστή ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συναγωνιστικός < συναγωνίζομαι + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυναγωνιστικόςσυναγωνιστικήσυναγωνιστικό
Γενικήσυναγωνιστικούσυναγωνιστικήςσυναγωνιστικού
Αιτιατικήσυναγωνιστικόσυναγωνιστικήσυναγωνιστικό
Κλητικήσυναγωνιστικέσυναγωνιστικήσυναγωνιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυναγωνιστικοίσυναγωνιστικέςσυναγωνιστικά
Γενικήσυναγωνιστικώνσυναγωνιστικώνσυναγωνιστικών
Αιτιατικήσυναγωνιστικούςσυναγωνιστικέςσυναγωνιστικά
Κλητικήσυναγωνιστικοίσυναγωνιστικέςσυναγωνιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →