συναγωνίζομαι
•
- αγωνίζομαι σε κοινό αγώνισμα με κάποιον άλλον ή αγωνίζομαι από κοινού με κάποιον άλλο για μια ιδέα ή ένα στόχο Βικιλεξικό
- 20ός/21ος αιώνας ⌘ Λένα Διβάνη, 1955‑ Ζευγάρια που έγραψαν την ιστορία της Ελλάδας, εκδόσεις: Πατάκη, Αθήνα 2023, 13η έκδοση. ISBN 978-960-16-8603-5, (αρχική έκδοση 2019).
- ανταγωνίζομαι με την ευγενέστερη έννοια της άμιλλας και όχι με την σκληρή έννοια της αντιπαλότητας Βικιλεξικό
- οι αθλητές θα συναγωνιστούν στο τρέξιμο, για μια θέση στο πόντιουμ
- έχω κοινές ιδιότητες ή χαρακτηριστικά, είμαι στο ίδιο επίπεδο Βικιλεξικό
- οι δύο αδερφές συναγωνίζονται σε χάρη η μία την άλλη
Ετυμολογία
συναγωνίζομαι < αρχαία ελληνική συναγωνίζομαι < σύν + ἀγωνίζομαι < ἀγών
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συναγωνίζομαι | συναγωνίζεσαι | συναγωνίζεται | συναγωνιζόμαστε | συναγωνίζεστε | συναγωνίζονται |
| Παρατατικός | συναγωνιζόμουν / συναγωνιζόμουνα | συναγωνιζόσουν / συναγωνιζόσουνα | συναγωνιζόταν / συναγωνιζότανε | συναγωνιζόμασταν / συναγωνιζόμαστε | συναγωνιζόσασταν / συναγωνιζόσαστε | συναγωνίζονταν / συναγωνιζόντουσαν |
| Αόριστος | συναγωνίστηκα | συναγωνίστηκες | συναγωνίστηκε | συναγωνιστήκαμε | συναγωνιστήκατε | συναγωνίστηκαν / συναγωνιστήκαν / συναγωνιστήκανε |
| Μέλλοντας | θα συναγωνίζομαι / θα συναγωνιστώ | θα συναγωνίζεσαι / θα συναγωνιστείς | θα συναγωνίζεται / θα συναγωνιστεί | θα συναγωνιζόμαστε / θα συναγωνιστούμε | θα συναγωνίζεστε / θα συναγωνιστείτε | θα συναγωνίζονται / θα συναγωνιστούν / θα συναγωνιστούνε |
| Παρακείμενος | έχω συναγωνιστεί | έχεις συναγωνιστεί | έχει συναγωνιστεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συναγωνιστεί | είχες συναγωνιστεί | είχε συναγωνιστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συναγωνιστεί / να συναγωνίζομαι / να συναγωνιστώ | να έχεις συναγωνιστεί / να συναγωνίζεσαι / να συναγωνιστείς | να έχει συναγωνιστεί / να συναγωνίζεται / να συναγωνιστεί | να συναγωνιζόμαστε / να συναγωνιστούμε | να συναγωνίζεστε / να συναγωνιστείτε | να συναγωνίζονται / να συναγωνιστούν / να συναγωνιστούνε |
| Προστακτική | — | συναγωνίζου / συναγωνίσου | — | — | συναγωνίζεστε / συναγωνιστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →