συναδελφικός
•
- που έχει σχέση με συνάδελφο ή συναδέλφους, αναφέρεται ή ταιριάζει σ’ αυτούς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συναδελφικός < συνάδελφος + -ικός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική confraternel)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συναδελφικός | συναδελφική | συναδελφικό |
| Γενική | συναδελφικού | συναδελφικής | συναδελφικού |
| Αιτιατική | συναδελφικό | συναδελφική | συναδελφικό |
| Κλητική | συναδελφικέ | συναδελφική | συναδελφικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συναδελφικοί | συναδελφικές | συναδελφικά |
| Γενική | συναδελφικών | συναδελφικών | συναδελφικών |
| Αιτιατική | συναδελφικούς | συναδελφικές | συναδελφικά |
| Κλητική | συναδελφικοί | συναδελφικές | συναδελφικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →