συναισθηματικός
•
- που έχει σχέση με διάφορα συναισθήματα, αναφέρεται σ’ αυτά ή προκαλείται απ’ αυτά Βικιλεξικό
- Η παλιγγενεσία αποτελεί εντροπική έκφανση. Το νέο έχει δική του υπόσταση, και σε βάθος γενεών η συσχέτιση με το παρελθόν καθίσταται περισσότερο συναισθηματική παρά θεμελιώδης. (Πολιτικολογίες: Παλιγγενεσία... από τι; kavalanews.gr, 22/03/2024 https://www.kavalanews.gr/40838-politikologies-paliggenesia.html)
- για πρόσωπαπου έχει διάφορα θετικά συναισθήματα κι ευαισθησίες Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοσυναισθηματικά: τα αισθηματικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συναισθηματικός < συναίσθημα + -ικός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική sentimental )
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συναισθηματικός | συναισθηματική | συναισθηματικό |
| Γενική | συναισθηματικού | συναισθηματικής | συναισθηματικού |
| Αιτιατική | συναισθηματικό | συναισθηματική | συναισθηματικό |
| Κλητική | συναισθηματικέ | συναισθηματική | συναισθηματικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συναισθηματικοί | συναισθηματικές | συναισθηματικά |
| Γενική | συναισθηματικών | συναισθηματικών | συναισθηματικών |
| Αιτιατική | συναισθηματικούς | συναισθηματικές | συναισθηματικά |
| Κλητική | συναισθηματικοί | συναισθηματικές | συναισθηματικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →