Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συναλλαγματικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. οικονομίαπου έχει σχέση με το συνάλλαγμα ή τη συναλλαγματική, αναφέρεται σ’ αυτά ή αποτελείται από συνάλλαγμα Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοσυναλλαγματική Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συναλλαγματικός < αρχαία ελληνική συναλλαγματικός < συναλλάσσομαι

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυναλλαγματικόςσυναλλαγματικήσυναλλαγματικό
Γενικήσυναλλαγματικούσυναλλαγματικήςσυναλλαγματικού
Αιτιατικήσυναλλαγματικόσυναλλαγματικήσυναλλαγματικό
Κλητικήσυναλλαγματικέσυναλλαγματικήσυναλλαγματικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυναλλαγματικοίσυναλλαγματικέςσυναλλαγματικά
Γενικήσυναλλαγματικώνσυναλλαγματικώνσυναλλαγματικών
Αιτιατικήσυναλλαγματικούςσυναλλαγματικέςσυναλλαγματικά
Κλητικήσυναλλαγματικοίσυναλλαγματικέςσυναλλαγματικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →