συναλλάσσομαι
•
- οικονομίακάνω (εμπορικές ή γενικότερα οικονομικές —ή και άλλες—) συναλλαγές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συναλλάσσομαι < αρχαία ελληνική συναλλάσσω < σύν + ἀλλάσσω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συναλλάσσομαι | συναλλάσσεσαι | συναλλάσσεται | συναλλασσόμαστε | συναλλάσσεστε | συναλλάσσονται |
| Παρατατικός | συναλλασσόμουν / συναλλασσόμουνα | συναλλασσόσουν / συναλλασσόσουνα | συναλλασσόταν / συναλλασσότανε | συναλλασσόμασταν / συναλλασσόμαστε | συναλλασσόσασταν / συναλλασσόσαστε | συναλλάσσονταν / συναλλασσόντουσαν |
| Αόριστος | συναλλάχτηκα | συναλλάχτηκες | συναλλάχτηκε | συναλλαχτήκαμε | συναλλαχτήκατε | συναλλάχτηκαν / συναλλαχτήκαν / συναλλαχτήκανε |
| Μέλλοντας | θα συναλλάσσομαι / θα συναλλαχτώ | θα συναλλάσσεσαι / θα συναλλαχτείς | θα συναλλάσσεται / θα συναλλαχτεί | θα συναλλασσόμαστε / θα συναλλαχτούμε | θα συναλλάσσεστε / θα συναλλαχτείτε | θα συναλλάσσονται / θα συναλλαχτούν / θα συναλλαχτούνε |
| Παρακείμενος | έχω συναλλαχτεί | έχεις συναλλαχτεί | έχει συναλλαχτεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συναλλαχτεί | είχες συναλλαχτεί | είχε συναλλαχτεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συναλλαχτεί / να συναλλάσσομαι / να συναλλαχτώ | να έχεις συναλλαχτεί / να συναλλάσσεσαι / να συναλλαχτείς | να έχει συναλλαχτεί / να συναλλάσσεται / να συναλλαχτεί | να συναλλασσόμαστε / να συναλλαχτούμε | να συναλλάσσεστε / να συναλλαχτείτε | να συναλλάσσονται / να συναλλαχτούν / να συναλλαχτούνε |
| Προστακτική | — | συναλλάξου / συναλλάσσου | — | — | συναλλάσσεστε / συναλλαχτείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →