συναξάρι
•
- θρησκείασυλλογή διηγήσεων βίων αγίων καθώς και το εκκλησιαστικό βιβλίο που τις περιέχει Βικιλεξικό
- μεταφορικάανιαρή αφήγηση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συναξάρι < μεσαιωνική ελληνική συναξάριον < ελληνιστική κοινή σύναξις < αρχαία ελληνική συνάγω < σύν + ἄγω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συναξάρι | συναξάρια |
| Γενική | συναξαριού | συναξαριών |
| Αιτιατική | συναξάρι | συναξάρια |
| Κλητική | συναξάρι | συναξάρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →