συνάγω
•
- συγκεντρώνω Βικιλεξικό
- μαζεύω, συγκεντρώνω Βικιλεξικό
- συνδέω, συνενώνω Βικιλεξικό
- για συμπέρασμαβγάζω, εξάγω (αφού μάζεψα όλα τα στοιχεία που οδηγούν σε αυτό), προκύπτει Βικιλεξικό
- Εάν απαιτείται, η Επιτροπή θα πρέπει να συνομαδώνει περαιτέρω τα δεδομένα αυτά κατά τρόπο ώστε να μην είναι δυνατό να αποκαλυφθούν ή να συναχθούν στοιχεία σχετικά με μεμονωμένες επιχειρήσεις και εγκαταστάσεις (ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ, ΕΥΡΑΤΟΜ) αριθ. 617/2010 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 24ης Ιουνίου 2010 https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/PDF/?uri=CELEX:32010R0617&from=PT)
- συνάγεται το συμπέρασμα
Ετυμολογία
συνάγω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική συνάγω. Συγχρονικά αναλύεται σε συν- + άγω.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →