Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συνάγω

/siˈna.ɣo/ρήμα
•
  1. συγκεντρώνω Βικιλεξικό
  2. μαζεύω, συγκεντρώνω Βικιλεξικό
  3. συνδέω, συνενώνω Βικιλεξικό
  4. για συμπέρασμαβγάζω, εξάγω (αφού μάζεψα όλα τα στοιχεία που οδηγούν σε αυτό), προκύπτει Βικιλεξικό
    • Εάν απαιτείται, η Επιτροπή θα πρέπει να συνομαδώνει περαιτέρω τα δεδομένα αυτά κατά τρόπο ώστε να μην είναι δυνατό να αποκαλυφθούν ή να συναχθούν στοιχεία σχετικά με μεμονωμένες επιχειρήσεις και εγκαταστάσεις (ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ, ΕΥΡΑΤΟΜ) αριθ. 617/2010 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 24ης Ιουνίου 2010 https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/PDF/?uri=CELEX:32010R0617&from=PT)
    • συνάγεται το συμπέρασμα

Ετυμολογία

συνάγω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική συνάγω. Συγχρονικά αναλύεται σε συν- + άγω.

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →