Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συναπτή

/si.naˈpti/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. χριστιανισμόςσύνολο σύντομων ευχών που εκφωνούνται συναπτώς από διάκονο ή ιερέα και καταλήγουν με τη φράση «τοῡ Κυρίου δεηθῶμεν» Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συναπτή < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου συναπτός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσυναπτήσυναπτές
Γενικήσυναπτήςσυναπτών
Αιτιατικήσυναπτήσυναπτές
Κλητικήσυναπτήσυναπτές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →