συναπτή
•
- χριστιανισμόςσύνολο σύντομων ευχών που εκφωνούνται συναπτώς από διάκονο ή ιερέα και καταλήγουν με τη φράση «τοῡ Κυρίου δεηθῶμεν» Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συναπτή < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου συναπτός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συναπτή | συναπτές |
| Γενική | συναπτής | συναπτών |
| Αιτιατική | συναπτή | συναπτές |
| Κλητική | συναπτή | συναπτές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →