συναρμολογώ
•
- συνταιριάζω και συνδέω τα κομμάτια ή τμήματα ενός πράγματος / αντικειμένου, ώστε να το καταστήσω ένα ολοκληρωμένο λειτουργικό (και αρμονικό) σύνολο Βικιλεξικό
- μεταφορικάσυνδυάζω, συσχετίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συναρμολογώ < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή συναρμολογέω / συναρμολογῶ < συν- + ἁρμολογέω / ἁρμολογῶ < αρχαία ελληνική ἁρμός < ἀραρίσκω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συναρμολογώ | συναρμολογείς | συναρμολογεί | συναρμολογούμε | συναρμολογείτε | συναρμολογούν / συναρμολογούνε |
| Παρατατικός | συναρμολογούσα | συναρμολογούσες | συναρμολογούσε | συναρμολογούσαμε | συναρμολογούσατε | συναρμολογούσαν / συναρμολογούσανε |
| Αόριστος | συναρμολόγησα | συναρμολόγησες | συναρμολόγησε | συναρμολογήσαμε | συναρμολογήσατε | συναρμολογήσαν / συναρμολογήσανε / συναρμολόγησαν |
| Μέλλοντας | θα συναρμολογήσω / θα συναρμολογώ | θα συναρμολογήσεις / θα συναρμολογείς | θα συναρμολογήσει / θα συναρμολογεί | θα συναρμολογήσουμε / θα συναρμολογούμε | θα συναρμολογήσετε / θα συναρμολογείτε | θα συναρμολογήσουν / θα συναρμολογήσουνε / θα συναρμολογούν / θα συναρμολογούνε |
| Παρακείμενος | έχω συναρμολογήσει | έχεις συναρμολογήσει | έχει συναρμολογήσει | έχουμε συναρμολογήσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συναρμολογήσει | είχες συναρμολογήσει | είχε συναρμολογήσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συναρμολογήσει / να συναρμολογήσω / να συναρμολογώ | να έχεις συναρμολογήσει / να συναρμολογήσεις / να συναρμολογείς | να έχει συναρμολογήσει / να συναρμολογήσει / να συναρμολογεί | να έχουμε συναρμολογήσει / να συναρμολογήσουμε / να συναρμολογούμε | να συναρμολογήσετε / να συναρμολογείτε | να συναρμολογήσουν / να συναρμολογήσουνε / να συναρμολογούν / να συναρμολογούνε |
| Προστακτική | — | έχε συναρμολογημένο / συναρμολόγησε | — | — | συναρμολογήστε / συναρμολογείτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
συναρμολογήθηκασυναρμολογούμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →