συνασπισμένος
•
- που έχει συνασπισθεί, έχει ενώσει τις δυνάμεις του με άλλων Βικιλεξικό
- συνασπισμένες οι δυνάμεις της Αριστεράς θα είχαν επιτύχει υψηλότερα ποσοστά από όσα διασπασμένες
Ετυμολογία
συνασπισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου συνασπίζω
Άλλοι τύποι
συνασπισμένασυνασπισμένεσυνασπισμένεςσυνασπισμένησυνασπισμένηςσυνασπισμένοσυνασπισμένοισυνασπισμένοςσυνασπισμένουσυνασπισμένουςσυνασπισμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →