συνασπίζω
•
- συγκεντρώνω διάφορες δυνάμεις για την επίτευξη κάποιου κοινού σκοπού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συνασπίζω < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συνασπίζω | συνασπίζεις | συνασπίζει | συνασπίζουμε | συνασπίζετε | συνασπίζουν / συνασπίζουνε |
| Παρατατικός | συνάσπιζα | συνάσπιζες | συνάσπιζε | συνασπίζαμε | συνασπίζατε | συνάσπιζαν / συνασπίζαν / συνασπίζανε |
| Αόριστος | συνάσπισα | συνάσπισες | συνάσπισε | συνασπίσαμε | συνασπίσατε | συνάσπισαν / συνασπίσαν / συνασπίσανε |
| Μέλλοντας | θα συνασπίζω / θα συνασπίσω | θα συνασπίζεις / θα συνασπίσεις | θα συνασπίζει / θα συνασπίσει | θα συνασπίζουμε / θα συνασπίσουμε | θα συνασπίζετε / θα συνασπίσετε | θα συνασπίζουν / θα συνασπίζουνε / θα συνασπίσουν / θα συνασπίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω συνασπίσει | έχεις συνασπίσει | έχει συνασπίσει | έχουμε συνασπίσει | έχετε συνασπίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συνασπίσει | είχες συνασπίσει | είχε συνασπίσει | είχαμε συνασπίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συνασπίσει / να συνασπίζω / να συνασπίσω | να έχεις συνασπίσει / να συνασπίζεις / να συνασπίσεις | να έχει συνασπίσει / να συνασπίζει / να συνασπίσει | να έχουμε συνασπίσει / να συνασπίζουμε / να συνασπίσουμε | να έχετε συνασπίσει / να συνασπίζετε / να συνασπίσετε | να συνασπίζουν / να συνασπίζουνε / να συνασπίσουν / να συνασπίσουνε |
| Προστακτική | — | συνάσπιζε / συνάσπισε | — | — | συνασπίζετε / συνασπίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →