συνασπισμός
•
- η συμμαχία κρατών σε πολιτικό ή/και στρατιωτικό επίπεδο Βικιλεξικό
- η συμμαχία πολιτικών κομμάτων ή γενικότερα δυνάμεων που κατεβαίνουν με κοινό ψηφοδέλτιο στις εκλογές ή συνεργάζονται σε ένα κυβερνητικό σχήμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συνασπισμός < (ελληνιστική κοινή) συνασπισμός < σύν + ἀσπίς, στρατιωτικός όρος που υποδήλωνε την όμορη παράταξη πολεμιστών κατά την οποία ο κάθε στρατιώτης προφύλασσε τον διπλανό του με την ασπίδα του
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συνασπισμός | συνασπισμοί |
| Γενική | συνασπισμού | συνασπισμών |
| Αιτιατική | συνασπισμό | συνασπισμούς |
| Κλητική | συνασπισμέ | συνασπισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →