Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συνασπιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που γίνεται για την επίτευξη κάποιου κοινού σκοπού Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συνασπιστικός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυνασπιστικόςσυνασπιστικήσυνασπιστικό
Γενικήσυνασπιστικούσυνασπιστικήςσυνασπιστικού
Αιτιατικήσυνασπιστικόσυνασπιστικήσυνασπιστικό
Κλητικήσυνασπιστικέσυνασπιστικήσυνασπιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυνασπιστικοίσυνασπιστικέςσυνασπιστικά
Γενικήσυνασπιστικώνσυνασπιστικώνσυνασπιστικών
Αιτιατικήσυνασπιστικούςσυνασπιστικέςσυνασπιστικά
Κλητικήσυνασπιστικοίσυνασπιστικέςσυνασπιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →