συνασπιστικός
•
- που γίνεται για την επίτευξη κάποιου κοινού σκοπού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συνασπιστικός < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συνασπιστικός | συνασπιστική | συνασπιστικό |
| Γενική | συνασπιστικού | συνασπιστικής | συνασπιστικού |
| Αιτιατική | συνασπιστικό | συνασπιστική | συνασπιστικό |
| Κλητική | συνασπιστικέ | συνασπιστική | συνασπιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συνασπιστικοί | συνασπιστικές | συνασπιστικά |
| Γενική | συνασπιστικών | συνασπιστικών | συνασπιστικών |
| Αιτιατική | συνασπιστικούς | συνασπιστικές | συνασπιστικά |
| Κλητική | συνασπιστικοί | συνασπιστικές | συνασπιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →