Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συνδετήριος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου συμβάλλει στη σύνδεση, που συνδέει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συνδετήριος < συνδέω + -τήριος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυνδετήριοςσυνδετήριασυνδετήριο
Γενικήσυνδετήριουσυνδετήριαςσυνδετήριου
Αιτιατικήσυνδετήριοσυνδετήριασυνδετήριο
Κλητικήσυνδετήριεσυνδετήριασυνδετήριο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυνδετήριοισυνδετήριεςσυνδετήρια
Γενικήσυνδετήριωνσυνδετήριωνσυνδετήριων
Αιτιατικήσυνδετήριουςσυνδετήριεςσυνδετήρια
Κλητικήσυνδετήριοισυνδετήριεςσυνδετήρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →