συνδυασμός
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συνδυάζω Βικιλεξικό
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συνδυάζω Βικιλεξικό
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συνδυάζω Βικιλεξικό
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συνδυάζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συνδυασμός < αρχαία ελληνική συνδυασμός < συνδυάζω < σύν + δυάζω < δύο < πρωτοελληνική *dúwō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *dwóh₁ (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική combinaison ή αγγλική combination)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συνδυασμός | συνδυασμοί |
| Γενική | συνδυασμού | συνδυασμών |
| Αιτιατική | συνδυασμό | συνδυασμούς |
| Κλητική | συνδυασμέ | συνδυασμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →