συνδυάζω
•
- ταιριάζω ή ενώνω μεταξύ τους ή τοποθετώ μαζί δύο (ή περισσότερα) στοιχεία που κανονικά δεν ταιριάζουν ή είναι αντίθετα Βικιλεξικό
- διαθέτω δύο (ή περισσότερα) στοιχεία που κανονικά δεν ταιριάζουν ή είναι αντίθετα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συνδυάζω < αρχαία ελληνική συνδυασμός < συνδυάζω < σύν + δυάζω < δύο < πρωτοελληνική *dúwō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *dwóh₁ (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική combiner ή αγγλική combine)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συνδυάζω | συνδυάζεις | συνδυάζει | συνδυάζουμε | συνδυάζετε | συνδυάζουν / συνδυάζουνε |
| Παρατατικός | συνδύαζα | συνδύαζες | συνδύαζε | συνδυάζαμε | συνδυάζατε | συνδυάζαν / συνδυάζανε / συνδύαζαν |
| Αόριστος | συνδύασα | συνδύασες | συνδύασε | συνδυάσαμε | συνδυάσατε | συνδυάσαν / συνδυάσανε / συνδύασαν |
| Μέλλοντας | θα συνδυάζω / θα συνδυάσω | θα συνδυάζεις / θα συνδυάσεις | θα συνδυάζει / θα συνδυάσει | θα συνδυάζουμε / θα συνδυάσουμε | θα συνδυάζετε / θα συνδυάσετε | θα συνδυάζουν / θα συνδυάζουνε / θα συνδυάσουν / θα συνδυάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω συνδυάσει | έχεις συνδυάσει | έχει συνδυάσει | έχουμε συνδυάσει | έχετε συνδυάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συνδυάσει | είχες συνδυάσει | είχε συνδυάσει | είχαμε συνδυάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συνδυάσει / να συνδυάζω / να συνδυάσω | να έχεις συνδυάσει / να συνδυάζεις / να συνδυάσεις | να έχει συνδυάσει / να συνδυάζει / να συνδυάσει | να έχουμε συνδυάσει / να συνδυάζουμε / να συνδυάσουμε | να έχετε συνδυάσει / να συνδυάζετε / να συνδυάσετε | να συνδυάζουν / να συνδυάζουνε / να συνδυάσουν / να συνδυάσουνε |
| Προστακτική | — | συνδύαζε / συνδύασε | — | — | συνδυάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
συνδυάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →