Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συνδυαστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με συνδυασμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
  2. που μπορεί να συνδυάζει, που έχει τέτοια ικανότητα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συνδυαστικός < συνδυάζω + -τικός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική combinatoire)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυνδυαστικόςσυνδυαστικήσυνδυαστικό
Γενικήσυνδυαστικούσυνδυαστικήςσυνδυαστικού
Αιτιατικήσυνδυαστικόσυνδυαστικήσυνδυαστικό
Κλητικήσυνδυαστικέσυνδυαστικήσυνδυαστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυνδυαστικοίσυνδυαστικέςσυνδυαστικά
Γενικήσυνδυαστικώνσυνδυαστικώνσυνδυαστικών
Αιτιατικήσυνδυαστικούςσυνδυαστικέςσυνδυαστικά
Κλητικήσυνδυαστικοίσυνδυαστικέςσυνδυαστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →