συνδυαστικός
•
- που έχει σχέση με συνδυασμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
- που μπορεί να συνδυάζει, που έχει τέτοια ικανότητα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συνδυαστικός < συνδυάζω + -τικός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική combinatoire)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συνδυαστικός | συνδυαστική | συνδυαστικό |
| Γενική | συνδυαστικού | συνδυαστικής | συνδυαστικού |
| Αιτιατική | συνδυαστικό | συνδυαστική | συνδυαστικό |
| Κλητική | συνδυαστικέ | συνδυαστική | συνδυαστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συνδυαστικοί | συνδυαστικές | συνδυαστικά |
| Γενική | συνδυαστικών | συνδυαστικών | συνδυαστικών |
| Αιτιατική | συνδυαστικούς | συνδυαστικές | συνδυαστικά |
| Κλητική | συνδυαστικοί | συνδυαστικές | συνδυαστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →