Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συνειρμικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον συνειρμό, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συνειρμικός < συνειρμός + -ικός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική associatif )

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυνειρμικόςσυνειρμικήσυνειρμικό
Γενικήσυνειρμικούσυνειρμικήςσυνειρμικού
Αιτιατικήσυνειρμικόσυνειρμικήσυνειρμικό
Κλητικήσυνειρμικέσυνειρμικήσυνειρμικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυνειρμικοίσυνειρμικέςσυνειρμικά
Γενικήσυνειρμικώνσυνειρμικώνσυνειρμικών
Αιτιατικήσυνειρμικούςσυνειρμικέςσυνειρμικά
Κλητικήσυνειρμικοίσυνειρμικέςσυνειρμικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →