συνειρμικός
•
- που έχει σχέση με τον συνειρμό, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συνειρμικός < συνειρμός + -ικός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική associatif )
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συνειρμικός | συνειρμική | συνειρμικό |
| Γενική | συνειρμικού | συνειρμικής | συνειρμικού |
| Αιτιατική | συνειρμικό | συνειρμική | συνειρμικό |
| Κλητική | συνειρμικέ | συνειρμική | συνειρμικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συνειρμικοί | συνειρμικές | συνειρμικά |
| Γενική | συνειρμικών | συνειρμικών | συνειρμικών |
| Αιτιατική | συνειρμικούς | συνειρμικές | συνειρμικά |
| Κλητική | συνειρμικοί | συνειρμικές | συνειρμικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →