Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συνενώνω

/si.neˈno.no/ρήμα
•
  1. ενώνω δύο ή περισσότερα πράγματα, πρόσωπα ή άλλα, δημιουργώντας ένα σύνολο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συνενώνω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή συνεν(ῶ) + -ώνω, συνηρημένος τύπος του συνενόω < συν- + ἑνόω / ἑνῶ < εἷς

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςσυνενώνωσυνενώνειςσυνενώνεισυνενώνουμεσυνενώνετεσυνενώνουν / συνενώνουνε
Παρατατικόςσυνένωνασυνένωνεςσυνένωνεσυνενώναμεσυνενώνατεσυνένωναν / συνενώναν / συνενώνανε
Αόριστοςσυνένωσασυνένωσεςσυνένωσεσυνενώσαμεσυνενώσατεσυνένωσαν / συνενώσαν / συνενώσανε
Μέλλονταςθα συνενώνω / θα συνενώσωθα συνενώνεις / θα συνενώσειςθα συνενώνει / θα συνενώσειθα συνενώνουμε / θα συνενώσουμεθα συνενώνετε / θα συνενώσετεθα συνενώνουν / θα συνενώνουνε / θα συνενώσουν / θα συνενώσουνε
Παρακείμενοςέχω συνενώσειέχεις συνενώσειέχει συνενώσειέχουμε συνενώσει——
Υπερσυντέλικοςείχα συνενώσειείχες συνενώσειείχε συνενώσει———
Υποτακτικήνα έχω συνενώσει / να συνενώνω / να συνενώσωνα έχεις συνενώσει / να συνενώνεις / να συνενώσειςνα έχει συνενώσει / να συνενώνει / να συνενώσεινα έχουμε συνενώσει / να συνενώνουμε / να συνενώσουμενα συνενώνετε / να συνενώσετενα συνενώνουν / να συνενώνουνε / να συνενώσουν / να συνενώσουνε
Προστακτική—συνένωνε / συνένωσε——συνενώνετε / συνενώστε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

συνενώθηκασυνενώνομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →