συνενώνω
•
- ενώνω δύο ή περισσότερα πράγματα, πρόσωπα ή άλλα, δημιουργώντας ένα σύνολο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συνενώνω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή συνεν(ῶ) + -ώνω, συνηρημένος τύπος του συνενόω < συν- + ἑνόω / ἑνῶ < εἷς
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συνενώνω | συνενώνεις | συνενώνει | συνενώνουμε | συνενώνετε | συνενώνουν / συνενώνουνε |
| Παρατατικός | συνένωνα | συνένωνες | συνένωνε | συνενώναμε | συνενώνατε | συνένωναν / συνενώναν / συνενώνανε |
| Αόριστος | συνένωσα | συνένωσες | συνένωσε | συνενώσαμε | συνενώσατε | συνένωσαν / συνενώσαν / συνενώσανε |
| Μέλλοντας | θα συνενώνω / θα συνενώσω | θα συνενώνεις / θα συνενώσεις | θα συνενώνει / θα συνενώσει | θα συνενώνουμε / θα συνενώσουμε | θα συνενώνετε / θα συνενώσετε | θα συνενώνουν / θα συνενώνουνε / θα συνενώσουν / θα συνενώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω συνενώσει | έχεις συνενώσει | έχει συνενώσει | έχουμε συνενώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συνενώσει | είχες συνενώσει | είχε συνενώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συνενώσει / να συνενώνω / να συνενώσω | να έχεις συνενώσει / να συνενώνεις / να συνενώσεις | να έχει συνενώσει / να συνενώνει / να συνενώσει | να έχουμε συνενώσει / να συνενώνουμε / να συνενώσουμε | να συνενώνετε / να συνενώσετε | να συνενώνουν / να συνενώνουνε / να συνενώσουν / να συνενώσουνε |
| Προστακτική | — | συνένωνε / συνένωσε | — | — | συνενώνετε / συνενώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
συνενώθηκασυνενώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →