ένας
•
- αριθμητικό που δηλώνει τη μονάδα ενός είδους (ποσότητα, χρόνο κ.λπ.) Βικιλεξικό
- Μα είχα πάρει δύο στυλό και στο θρανίο μου βρήκα ένα.
- Μόνο ένας μαθητής θα πάρει υποτροφία.
- Για το τεστ, θέλει να διαβάσουμε μόνο μία σελίδα, αυτή με τους τύπους.
- Ένα κι ένα κάνουν δύο.
- Ένα κιλό/μέτρο/κουτί
- Ένας-ένας, μη σπρώχνεστε.
- που δηλώνει ταυτότητα, ομοιότητα, τονίζει το κοινό στοιχείο Βικιλεξικό
- Οι λέξεις αυτές έχουν μία ρίζα.
- Οι γιοι μου τρώγονται λες και δε βγήκαν από μια κοιλιά
- Πρέπει να αποφασίσουμε σαν ζευγάρι αν έχουμε ένα πορτοφόλι ή όχι.
- Ανήκουμε σε μία παράταξη, δεν χρειάζονται διασπαστικές κινήσεις.
- που δηλώνει μοναδικότητα, κάποια ξεχωριστή ικανότητα, κοτζάμ, ολάκερος Βικιλεξικό
- Ένας Ελύτης και διόρθωνε τα γραφτά τους πέντε φορές, κι εσύ δε ρίχνεις δεύτερη ματιά;
- Έκανε ένα κρύο, που κοιμηθήκαμε με το παλτό. (μοναδικά έντονο κρύο)
Ετυμολογία
ένας < από την αιτιατική ἕνα του αριθμητικού εἷς + -ς.
Άλλοι τύποι
ένα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →