Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ένας

/ˈe.nas/αριθμητικό, αρσενικό
•
  1. αριθμητικό που δηλώνει τη μονάδα ενός είδους (ποσότητα, χρόνο κ.λπ.) Βικιλεξικό
    • Μα είχα πάρει δύο στυλό και στο θρανίο μου βρήκα ένα.
    • Μόνο ένας μαθητής θα πάρει υποτροφία.
    • Για το τεστ, θέλει να διαβάσουμε μόνο μία σελίδα, αυτή με τους τύπους.
    • Ένα κι ένα κάνουν δύο.
    • Ένα κιλό/μέτρο/κουτί
    • Ένας-ένας, μη σπρώχνεστε.
  2. που δηλώνει ταυτότητα, ομοιότητα, τονίζει το κοινό στοιχείο Βικιλεξικό
    • Οι λέξεις αυτές έχουν μία ρίζα.
    • Οι γιοι μου τρώγονται λες και δε βγήκαν από μια κοιλιά
    • Πρέπει να αποφασίσουμε σαν ζευγάρι αν έχουμε ένα πορτοφόλι ή όχι.
    • Ανήκουμε σε μία παράταξη, δεν χρειάζονται διασπαστικές κινήσεις.
  3. που δηλώνει μοναδικότητα, κάποια ξεχωριστή ικανότητα, κοτζάμ, ολάκερος Βικιλεξικό
    • Ένας Ελύτης και διόρθωνε τα γραφτά τους πέντε φορές, κι εσύ δε ρίχνεις δεύτερη ματιά;
    • Έκανε ένα κρύο, που κοιμηθήκαμε με το παλτό. (μοναδικά έντονο κρύο)

Ετυμολογία

ένας < από την αιτιατική ἕνα του αριθμητικού εἷς + -ς.

Άλλοι τύποι

ένα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

ένας

/ˈe.nas/αντωνυμία, αρσενικό
•
  1. αντί ουσιαστικού, κάποιος, αλλά αγενές, συχνά -όχι πάντα- με υποτιμητική χροιά, δηλώνοντας ενίοτε κάποιο ιδιαίτερα ασήμαντο ή και πιθανόν τιποτένιο άτομο Βικιλεξικό
    • Ήρθε μία και σε ζήτησε, αλλά δεν της είπα πού ήσουν.
  2. για να εκφραστεί αλληλοπάθεια Βικιλεξικό
    • Πρέπει να βοηθάμε ο ένας τον άλλον.

Ετυμολογία

ένας < από την αιτιατική ἕνα του αριθμητικού εἷς + -ς.

Άλλοι τύποι

ένα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

ένας

/ˈe.nas/άρθρο, αρσενικό
•
  1. αόριστο άρθρο για πρόσωπο ή αντικείμενο ή κατάσταση όταν ο ομιλητής δε δίνει έμφαση στο ουσιαστικό, αλλά ούτε και στην ποσότητα/αριθμό Βικιλεξικό
    • Ένας καθηγητής μου είπε ότι αύριο δεν έχουμε σχολείο.
    • Ήταν εκεί μια καθηγήτρια που μιλούσε με τις ώρες.
    • Κάπου είχα καταχωνιάσει ένα παλιό κινητό, αλλά σιγά μην υπάρχει ακόμα.

Ετυμολογία

ένας < από την αιτιατική ἕνα του αριθμητικού εἷς + -ς.

Άλλοι τύποι

ένα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →