συνεξετάζω
•
- εξετάζω κάποιον μαζί με κάποιον άλλο (εξεταστή ή εξεταζόμενο), την ίδια στιγμή, συγχρόνως Βικιλεξικό
- εξετάζω κάτι μαζί με κάτι άλλο, σε συνδυασμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συνεξετάζω < αρχαία ελληνική συνεξετάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συνεξετάζω | συνεξετάζεις | συνεξετάζει | συνεξετάζουμε | συνεξετάζετε | συνεξετάζουν / συνεξετάζουνε |
| Παρατατικός | συνεξέταζα | συνεξέταζες | συνεξέταζε | συνεξετάζαμε | συνεξετάζατε | συνεξέταζαν / συνεξετάζαν / συνεξετάζανε |
| Αόριστος | συνεξέτασα | συνεξέτασες | συνεξέτασε | συνεξετάσαμε | συνεξετάσατε | συνεξέτασαν / συνεξετάσαν / συνεξετάσανε |
| Μέλλοντας | θα συνεξετάζω / θα συνεξετάσω | θα συνεξετάζεις / θα συνεξετάσεις | θα συνεξετάζει / θα συνεξετάσει | θα συνεξετάζουμε / θα συνεξετάσουμε | θα συνεξετάζετε / θα συνεξετάσετε | θα συνεξετάζουν / θα συνεξετάζουνε / θα συνεξετάσουν / θα συνεξετάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω συνεξετάσει | έχεις συνεξετάσει | έχει συνεξετάσει | έχουμε συνεξετάσει | έχετε συνεξετάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συνεξετάσει | είχες συνεξετάσει | είχε συνεξετάσει | είχαμε συνεξετάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συνεξετάσει / να συνεξετάζω / να συνεξετάσω | να έχεις συνεξετάσει / να συνεξετάζεις / να συνεξετάσεις | να έχει συνεξετάσει / να συνεξετάζει / να συνεξετάσει | να έχουμε συνεξετάσει / να συνεξετάζουμε / να συνεξετάσουμε | να έχετε συνεξετάσει / να συνεξετάζετε / να συνεξετάσετε | να συνεξετάζουν / να συνεξετάζουνε / να συνεξετάσουν / να συνεξετάσουνε |
| Προστακτική | — | συνεξέταζε / συνεξέτασε | — | — | συνεξετάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
συνεξετάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →