Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συνεξετάζω

ρήμα
•
  1. εξετάζω κάποιον μαζί με κάποιον άλλο (εξεταστή ή εξεταζόμενο), την ίδια στιγμή, συγχρόνως Βικιλεξικό
  2. εξετάζω κάτι μαζί με κάτι άλλο, σε συνδυασμό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συνεξετάζω < αρχαία ελληνική συνεξετάζω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςσυνεξετάζωσυνεξετάζειςσυνεξετάζεισυνεξετάζουμεσυνεξετάζετεσυνεξετάζουν / συνεξετάζουνε
Παρατατικόςσυνεξέταζασυνεξέταζεςσυνεξέταζεσυνεξετάζαμεσυνεξετάζατεσυνεξέταζαν / συνεξετάζαν / συνεξετάζανε
Αόριστοςσυνεξέτασασυνεξέτασεςσυνεξέτασεσυνεξετάσαμεσυνεξετάσατεσυνεξέτασαν / συνεξετάσαν / συνεξετάσανε
Μέλλονταςθα συνεξετάζω / θα συνεξετάσωθα συνεξετάζεις / θα συνεξετάσειςθα συνεξετάζει / θα συνεξετάσειθα συνεξετάζουμε / θα συνεξετάσουμεθα συνεξετάζετε / θα συνεξετάσετεθα συνεξετάζουν / θα συνεξετάζουνε / θα συνεξετάσουν / θα συνεξετάσουνε
Παρακείμενοςέχω συνεξετάσειέχεις συνεξετάσειέχει συνεξετάσειέχουμε συνεξετάσειέχετε συνεξετάσει—
Υπερσυντέλικοςείχα συνεξετάσειείχες συνεξετάσειείχε συνεξετάσειείχαμε συνεξετάσει——
Υποτακτικήνα έχω συνεξετάσει / να συνεξετάζω / να συνεξετάσωνα έχεις συνεξετάσει / να συνεξετάζεις / να συνεξετάσειςνα έχει συνεξετάσει / να συνεξετάζει / να συνεξετάσεινα έχουμε συνεξετάσει / να συνεξετάζουμε / να συνεξετάσουμενα έχετε συνεξετάσει / να συνεξετάζετε / να συνεξετάσετενα συνεξετάζουν / να συνεξετάζουνε / να συνεξετάσουν / να συνεξετάσουνε
Προστακτική—συνεξέταζε / συνεξέτασε——συνεξετάζετε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

συνεξετάστε

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →