συνεπιμέλεια
•
- η από κοινού επιμέλεια κάποιων για κάτι Βικιλεξικό
- νομικός όροςτα ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις που έχουν οι δύο γονείς προς τα παιδιά του (μέσα στο γάμο ή και μετά το διαζύγιο) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συνεπιμέλεια < συν- + επιμέλεια
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συνεπιμέλεια | συνεπιμέλειες |
| Γενική | συνεπιμέλειας | συνεπιμελειών |
| Αιτιατική | συνεπιμέλεια | συνεπιμέλειες |
| Κλητική | συνεπιμέλεια | συνεπιμέλειες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →