Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συνεπιμέλεια

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η από κοινού επιμέλεια κάποιων για κάτι Βικιλεξικό
  2. νομικός όροςτα ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις που έχουν οι δύο γονείς προς τα παιδιά του (μέσα στο γάμο ή και μετά το διαζύγιο) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συνεπιμέλεια < συν- + επιμέλεια

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσυνεπιμέλειασυνεπιμέλειες
Γενικήσυνεπιμέλειαςσυνεπιμελειών
Αιτιατικήσυνεπιμέλειασυνεπιμέλειες
Κλητικήσυνεπιμέλειασυνεπιμέλειες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →