συνεπιμελούμαι
•
- λόγιοεπιμελούμαι κάτι από κοινού με κάποιον άλλον Βικιλεξικό
- νομικός όροςέχω τη συνεπιμέλεια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συνεπιμελούμαι < αρχαία ελληνική συνεπιμελέομαι < σύν + ἐπιμελέομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →