συνεργατικός
•
- που έχει σχέση με συνεργάτη ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
- που έχει σχέση με τη συνεργασία, αναφέρεται σ’ αυτή ή πραγματώνεται μέσω συνεργασίας Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοσυνεργατική Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συνεργατικός < συνεργάτης + -ικός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική coopératif )
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συνεργατικός | συνεργατική | συνεργατικό |
| Γενική | συνεργατικού | συνεργατικής | συνεργατικού |
| Αιτιατική | συνεργατικό | συνεργατική | συνεργατικό |
| Κλητική | συνεργατικέ | συνεργατική | συνεργατικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συνεργατικοί | συνεργατικές | συνεργατικά |
| Γενική | συνεργατικών | συνεργατικών | συνεργατικών |
| Αιτιατική | συνεργατικούς | συνεργατικές | συνεργατικά |
| Κλητική | συνεργατικοί | συνεργατικές | συνεργατικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →