Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συνεργατικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με συνεργάτη ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
  2. που έχει σχέση με τη συνεργασία, αναφέρεται σ’ αυτή ή πραγματώνεται μέσω συνεργασίας Βικιλεξικό
  3. ουσιαστικοποιημένοσυνεργατική Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συνεργατικός < συνεργάτης + -ικός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική coopératif )

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυνεργατικόςσυνεργατικήσυνεργατικό
Γενικήσυνεργατικούσυνεργατικήςσυνεργατικού
Αιτιατικήσυνεργατικόσυνεργατικήσυνεργατικό
Κλητικήσυνεργατικέσυνεργατικήσυνεργατικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυνεργατικοίσυνεργατικέςσυνεργατικά
Γενικήσυνεργατικώνσυνεργατικώνσυνεργατικών
Αιτιατικήσυνεργατικούςσυνεργατικέςσυνεργατικά
Κλητικήσυνεργατικοίσυνεργατικέςσυνεργατικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →