συνεργώ
•
- είμαι συνεργός… Βικιλεξικό
- είμαι συνεργός… Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συνεργώ < αρχαία ελληνική συνεργέω / συνεργῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συνεργώ | συνεργείς | συνεργεί | συνεργούμε | συνεργείτε | συνεργούν / συνεργούνε |
| Παρατατικός | συνεργούσα | συνεργούσες | συνεργούσε | συνεργούσαμε | συνεργούσατε | συνεργούσαν / συνεργούσανε |
| Αόριστος | συνέργησα | συνέργησες | συνέργησε | συνεργήσαμε | συνεργήσατε | συνέργησαν / συνεργήσαν / συνεργήσανε |
| Μέλλοντας | θα συνεργήσω / θα συνεργώ | θα συνεργήσεις / θα συνεργείς | θα συνεργήσει / θα συνεργεί | θα συνεργήσουμε / θα συνεργούμε | θα συνεργήσετε / θα συνεργείτε | θα συνεργήσουν / θα συνεργήσουνε / θα συνεργούν / θα συνεργούνε |
| Παρακείμενος | έχω συνεργήσει | έχεις συνεργήσει | έχει συνεργήσει | έχουμε συνεργήσει | έχετε συνεργήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συνεργήσει | είχες συνεργήσει | είχε συνεργήσει | είχαμε συνεργήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συνεργήσει / να συνεργήσω / να συνεργώ | να έχεις συνεργήσει / να συνεργήσεις / να συνεργείς | να έχει συνεργήσει / να συνεργήσει / να συνεργεί | να έχουμε συνεργήσει / να συνεργήσουμε / να συνεργούμε | να έχετε συνεργήσει / να συνεργήσετε / να συνεργείτε | να συνεργήσουν / να συνεργήσουνε / να συνεργούν / να συνεργούνε |
| Προστακτική | — | συνέργει / συνέργησε | — | — | συνεργήστε / συνεργείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →