συνεσταλμένος
•
- για τα μέλη του σώματοςλυγισμένος και μαζεμένος προς το σώμα Βικιλεξικό
- οι νεκροί στο προϊστορικό νεκροταφείο είχαν ενταφιαστεί σε ελαφρώς συνεσταλμένη στάση
- που χαρακτηρίζεται από συστολή, ο άτολμος, ο μαζεμένος, ο ντροπαλός Βικιλεξικό
- Ο Βασίλης είναι συνεσταλμένο παιδί
Ετυμολογία
συνεσταλμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του συστέλλω/συστέλλομαι
Άλλοι τύποι
συνεσταλμένασυνεσταλμένεσυνεσταλμένεςσυνεσταλμένησυνεσταλμένηςσυνεσταλμένοσυνεσταλμένοισυνεσταλμένοςσυνεσταλμένουσυνεσταλμένουςσυνεσταλμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →