συστολή
•
- φυσιολογίαη ρυθμική σύσπαση της καρδιάς, που έχει ως αποτέλεσμα την έξοδο του αίματος (που περιέχεται στις κοιλότητες της καρδιάς) προς τις αρτηρίες Βικιλεξικό
- φυσιολογίαη σύσπαση των μυών και κοίλων οργάνων Βικιλεξικό
- φυσικήη μείωση των διαστάσεων ενός σώματος, από ελάττωση θερμοκρασίας ή αύξηση πίεσης Βικιλεξικό
- μαθηματικάο όρος της συστολικής γεωμετρίας Βικιλεξικό
- ψυχολογίαη κοινωνική διστακτικότητα, η ντροπαλότητα Βικιλεξικό
- 20ός/21ος αιώνας ⌘ Λένα Διβάνη, 1955‑ Ζευγάρια που έγραψαν την ιστορία της Ελλάδας, εκδόσεις: Πατάκη, Αθήνα 2023, 13η έκδοση. ISBN 978-960-16-8603-5, (αρχική έκδοση 2019).
- το σωληνοειδές εξάρτημα που χρησιμοποιείται για την ένωση ενός φαρδύτερου με έναν στενότερο σωλήνα Βικιλεξικό
- γλωσσολογίαη σύμπτυξη λέξεων με χρήση αποστρόφου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συστολή < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική συστέλλω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συστολή | συστολές |
| Γενική | συστολής | συστολών |
| Αιτιατική | συστολή | συστολές |
| Κλητική | συστολή | συστολές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →