συνεταιρικός
•
- που έχει σχέση με συνεταίρο ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
- που πραγματοποιείται από άτομα που συνεργάζονται Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συνεταιρικός < συνεταίρος + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συνεταιρικός | συνεταιρική | συνεταιρικό |
| Γενική | συνεταιρικού | συνεταιρικής | συνεταιρικού |
| Αιτιατική | συνεταιρικό | συνεταιρική | συνεταιρικό |
| Κλητική | συνεταιρικέ | συνεταιρική | συνεταιρικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συνεταιρικοί | συνεταιρικές | συνεταιρικά |
| Γενική | συνεταιρικών | συνεταιρικών | συνεταιρικών |
| Αιτιατική | συνεταιρικούς | συνεταιρικές | συνεταιρικά |
| Κλητική | συνεταιρικοί | συνεταιρικές | συνεταιρικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →