Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συνεταιρικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με συνεταίρο ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
  2. που πραγματοποιείται από άτομα που συνεργάζονται Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συνεταιρικός < συνεταίρος + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυνεταιρικόςσυνεταιρικήσυνεταιρικό
Γενικήσυνεταιρικούσυνεταιρικήςσυνεταιρικού
Αιτιατικήσυνεταιρικόσυνεταιρικήσυνεταιρικό
Κλητικήσυνεταιρικέσυνεταιρικήσυνεταιρικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυνεταιρικοίσυνεταιρικέςσυνεταιρικά
Γενικήσυνεταιρικώνσυνεταιρικώνσυνεταιρικών
Αιτιατικήσυνεταιρικούςσυνεταιρικέςσυνεταιρικά
Κλητικήσυνεταιρικοίσυνεταιρικέςσυνεταιρικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →