Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συνεταιριστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με έναν συνεταιρισμό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συνεταιριστικός (μαρτυρείται από το 1894) < (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική coopératif). Μορφολογικά αναλύεται σε συνεταιρ(ισμός) + -ιστικός.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυνεταιριστικόςσυνεταιριστικήσυνεταιριστικό
Γενικήσυνεταιριστικούσυνεταιριστικήςσυνεταιριστικού
Αιτιατικήσυνεταιριστικόσυνεταιριστικήσυνεταιριστικό
Κλητικήσυνεταιριστικέσυνεταιριστικήσυνεταιριστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυνεταιριστικοίσυνεταιριστικέςσυνεταιριστικά
Γενικήσυνεταιριστικώνσυνεταιριστικώνσυνεταιριστικών
Αιτιατικήσυνεταιριστικούςσυνεταιριστικέςσυνεταιριστικά
Κλητικήσυνεταιριστικοίσυνεταιριστικέςσυνεταιριστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →