συνεταιρίζομαι
•
- δημιουργώ μαζί με άλλους συνεταίρους μια κοινή επιχείρηση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συνεταιρίζομαι < συνέταιρος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συνεταιρίζομαι | συνεταιρίζεσαι | συνεταιρίζεται | συνεταιριζόμαστε | συνεταιρίζεστε | συνεταιρίζονται |
| Παρατατικός | συνεταιριζόμουν / συνεταιριζόμουνα | συνεταιριζόσουν / συνεταιριζόσουνα | συνεταιριζόταν / συνεταιριζότανε | συνεταιριζόμασταν / συνεταιριζόμαστε | συνεταιριζόσασταν / συνεταιριζόσαστε | συνεταιρίζονταν / συνεταιριζόντουσαν |
| Αόριστος | συνεταιρίστηκα | συνεταιρίστηκες | συνεταιρίστηκε | συνεταιριστήκαμε | συνεταιριστήκατε | συνεταιρίστηκαν / συνεταιριστήκαν / συνεταιριστήκανε |
| Μέλλοντας | θα συνεταιρίζομαι / θα συνεταιριστώ | θα συνεταιρίζεσαι / θα συνεταιριστείς | θα συνεταιρίζεται / θα συνεταιριστεί | θα συνεταιριζόμαστε / θα συνεταιριστούμε | θα συνεταιρίζεστε / θα συνεταιριστείτε | θα συνεταιρίζονται / θα συνεταιριστούν / θα συνεταιριστούνε |
| Παρακείμενος | έχω συνεταιριστεί | έχεις συνεταιριστεί | έχει συνεταιριστεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συνεταιριστεί | είχες συνεταιριστεί | είχε συνεταιριστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συνεταιριστεί / να συνεταιρίζομαι / να συνεταιριστώ | να έχεις συνεταιριστεί / να συνεταιρίζεσαι / να συνεταιριστείς | να έχει συνεταιριστεί / να συνεταιρίζεται / να συνεταιριστεί | να συνεταιριζόμαστε / να συνεταιριστούμε | να συνεταιρίζεστε / να συνεταιριστείτε | να συνεταιρίζονται / να συνεταιριστούν / να συνεταιριστούνε |
| Προστακτική | — | συνεταιρίζου / συνεταιρίσου | — | — | συνεταιρίζεστε / συνεταιριστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →