Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συνθηματολογικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την συνθηματολογία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
    • Η μπαρουφολογία στη χώρα πάει σύννεφο! Υπάρχουν τουλάχιστον τριών ειδών μπαρούφες: οι κενολογικές, οι επιδεικτικές και οι συνθηματολογικές. Όλα τα είδη ευδοκιμούν στον εγχώριο πολιτικό κήπο, συμπεριλαμβανομένων και των υβριδίων. (Χαρίδημος Τσούκας, Η τραγωδία των κοινών: Πολιτική φαυλότητα, απαξίωση θεσμών, εκδ. Ίκαρος, 2015)

Ετυμολογία

συνθηματολογικός < συνθηματολογ(ία) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυνθηματολογικόςσυνθηματολογικήσυνθηματολογικό
Γενικήσυνθηματολογικούσυνθηματολογικήςσυνθηματολογικού
Αιτιατικήσυνθηματολογικόσυνθηματολογικήσυνθηματολογικό
Κλητικήσυνθηματολογικέσυνθηματολογικήσυνθηματολογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυνθηματολογικοίσυνθηματολογικέςσυνθηματολογικά
Γενικήσυνθηματολογικώνσυνθηματολογικώνσυνθηματολογικών
Αιτιατικήσυνθηματολογικούςσυνθηματολογικέςσυνθηματολογικά
Κλητικήσυνθηματολογικοίσυνθηματολογικέςσυνθηματολογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →