συνθηματολογώ
•
- λέω συνθήματα Βικιλεξικό
- πολιτικήλέω συνθήματα ή τσιτάτα μόνο ως λόγια, χωρίς να πιστεύω ή να εφαρμόζω τα νοήματά τους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συνθηματολογώ < σύνθημα (γενική: συνθήματος) + -ο- + -λογώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συνθηματολογώ | συνθηματολογείς | συνθηματολογεί | συνθηματολογούμε | συνθηματολογείτε | συνθηματολογούν / συνθηματολογούνε |
| Παρατατικός | συνθηματολογούσα | συνθηματολογούσες | συνθηματολογούσε | συνθηματολογούσαμε | συνθηματολογούσατε | συνθηματολογούσαν / συνθηματολογούσανε |
| Αόριστος | συνθηματολόγησα | συνθηματολόγησες | συνθηματολόγησε | συνθηματολογήσαμε | συνθηματολογήσατε | συνθηματολογήσαν / συνθηματολογήσανε / συνθηματολόγησαν |
| Μέλλοντας | θα συνθηματολογήσω / θα συνθηματολογώ | θα συνθηματολογήσεις / θα συνθηματολογείς | θα συνθηματολογήσει / θα συνθηματολογεί | θα συνθηματολογήσουμε / θα συνθηματολογούμε | θα συνθηματολογήσετε / θα συνθηματολογείτε | θα συνθηματολογήσουν / θα συνθηματολογήσουνε / θα συνθηματολογούν / θα συνθηματολογούνε |
| Παρακείμενος | έχω συνθηματολογήσει | έχεις συνθηματολογήσει | έχει συνθηματολογήσει | έχουμε συνθηματολογήσει | έχετε συνθηματολογήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συνθηματολογήσει | είχες συνθηματολογήσει | είχε συνθηματολογήσει | είχαμε συνθηματολογήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συνθηματολογήσει / να συνθηματολογήσω / να συνθηματολογώ | να έχεις συνθηματολογήσει / να συνθηματολογήσεις / να συνθηματολογείς | να έχει συνθηματολογήσει / να συνθηματολογήσει / να συνθηματολογεί | να έχουμε συνθηματολογήσει / να συνθηματολογήσουμε / να συνθηματολογούμε | να έχετε συνθηματολογήσει / να συνθηματολογήσετε / να συνθηματολογείτε | να συνθηματολογήσουν / να συνθηματολογήσουνε / να συνθηματολογούν / να συνθηματολογούνε |
| Προστακτική | — | συνθηματολόγει / συνθηματολόγησε | — | — | συνθηματολογήστε / συνθηματολογείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →