Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συνθηματολογώ

/sin.θi.ma.to.loˈɣo/ρήμα
•
  1. λέω συνθήματα Βικιλεξικό
  2. πολιτικήλέω συνθήματα ή τσιτάτα μόνο ως λόγια, χωρίς να πιστεύω ή να εφαρμόζω τα νοήματά τους Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συνθηματολογώ < σύνθημα (γενική: συνθήματος) + -ο- + -λογώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςσυνθηματολογώσυνθηματολογείςσυνθηματολογείσυνθηματολογούμεσυνθηματολογείτεσυνθηματολογούν / συνθηματολογούνε
Παρατατικόςσυνθηματολογούσασυνθηματολογούσεςσυνθηματολογούσεσυνθηματολογούσαμεσυνθηματολογούσατεσυνθηματολογούσαν / συνθηματολογούσανε
Αόριστοςσυνθηματολόγησασυνθηματολόγησεςσυνθηματολόγησεσυνθηματολογήσαμεσυνθηματολογήσατεσυνθηματολογήσαν / συνθηματολογήσανε / συνθηματολόγησαν
Μέλλονταςθα συνθηματολογήσω / θα συνθηματολογώθα συνθηματολογήσεις / θα συνθηματολογείςθα συνθηματολογήσει / θα συνθηματολογείθα συνθηματολογήσουμε / θα συνθηματολογούμεθα συνθηματολογήσετε / θα συνθηματολογείτεθα συνθηματολογήσουν / θα συνθηματολογήσουνε / θα συνθηματολογούν / θα συνθηματολογούνε
Παρακείμενοςέχω συνθηματολογήσειέχεις συνθηματολογήσειέχει συνθηματολογήσειέχουμε συνθηματολογήσειέχετε συνθηματολογήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα συνθηματολογήσειείχες συνθηματολογήσειείχε συνθηματολογήσειείχαμε συνθηματολογήσει——
Υποτακτικήνα έχω συνθηματολογήσει / να συνθηματολογήσω / να συνθηματολογώνα έχεις συνθηματολογήσει / να συνθηματολογήσεις / να συνθηματολογείςνα έχει συνθηματολογήσει / να συνθηματολογήσει / να συνθηματολογείνα έχουμε συνθηματολογήσει / να συνθηματολογήσουμε / να συνθηματολογούμενα έχετε συνθηματολογήσει / να συνθηματολογήσετε / να συνθηματολογείτενα συνθηματολογήσουν / να συνθηματολογήσουνε / να συνθηματολογούν / να συνθηματολογούνε
Προστακτική—συνθηματολόγει / συνθηματολόγησε——συνθηματολογήστε / συνθηματολογείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →