Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συνθλίβω

ρήμα
•
  1. κυριολεκτικάπιέζω, λιώνω, διαλύω, πολτοποιώ Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάκαταπιέζω, συντρίβω, εξουθενώνω, κατατροπώνω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συνθλίβω < αρχαία ελληνική συνθλίβω < σύν + θλίβω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςσυνθλίβωσυνθλίβειςσυνθλίβεισυνθλίβουμεσυνθλίβετεσυνθλίβουν / συνθλίβουνε
Παρατατικόςσυνέθλιβασυνέθλιβεςσυνέθλιβεσυνθλίβαμεσυνθλίβατεσυνέθλιβαν / συνθλίβαν / συνθλίβανε
Αόριστοςσυνέθλιψασυνέθλιψεςσυνέθλιψεσυνθλίψαμεσυνθλίψατεσυνέθλιψαν / συνθλίψαν / συνθλίψανε
Μέλλονταςθα συνθλίβω / θα συνθλίψωθα συνθλίβεις / θα συνθλίψειςθα συνθλίβει / θα συνθλίψειθα συνθλίβουμε / θα συνθλίψουμεθα συνθλίβετε / θα συνθλίψετεθα συνθλίβουν / θα συνθλίβουνε / θα συνθλίψουν / θα συνθλίψουνε
Παρακείμενοςέχω συνθλίψειέχεις συνθλίψειέχει συνθλίψει———
Υπερσυντέλικοςείχα συνθλίψειείχες συνθλίψειείχε συνθλίψει———
Υποτακτικήνα έχω συνθλίψει / να συνθλίβω / να συνθλίψωνα έχεις συνθλίψει / να συνθλίβεις / να συνθλίψειςνα έχει συνθλίψει / να συνθλίβει / να συνθλίψεινα συνθλίβουμε / να συνθλίψουμενα συνθλίβετε / να συνθλίψετενα συνθλίβουν / να συνθλίβουνε / να συνθλίψουν / να συνθλίψουνε
Προστακτική—έχε συνθλιμμένο / σύνθλιβε / σύνθλιψε——συνθλίβετε / συνθλίψτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →