συνθλίβω
•
- κυριολεκτικάπιέζω, λιώνω, διαλύω, πολτοποιώ Βικιλεξικό
- μεταφορικάκαταπιέζω, συντρίβω, εξουθενώνω, κατατροπώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συνθλίβω < αρχαία ελληνική συνθλίβω < σύν + θλίβω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συνθλίβω | συνθλίβεις | συνθλίβει | συνθλίβουμε | συνθλίβετε | συνθλίβουν / συνθλίβουνε |
| Παρατατικός | συνέθλιβα | συνέθλιβες | συνέθλιβε | συνθλίβαμε | συνθλίβατε | συνέθλιβαν / συνθλίβαν / συνθλίβανε |
| Αόριστος | συνέθλιψα | συνέθλιψες | συνέθλιψε | συνθλίψαμε | συνθλίψατε | συνέθλιψαν / συνθλίψαν / συνθλίψανε |
| Μέλλοντας | θα συνθλίβω / θα συνθλίψω | θα συνθλίβεις / θα συνθλίψεις | θα συνθλίβει / θα συνθλίψει | θα συνθλίβουμε / θα συνθλίψουμε | θα συνθλίβετε / θα συνθλίψετε | θα συνθλίβουν / θα συνθλίβουνε / θα συνθλίψουν / θα συνθλίψουνε |
| Παρακείμενος | έχω συνθλίψει | έχεις συνθλίψει | έχει συνθλίψει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συνθλίψει | είχες συνθλίψει | είχε συνθλίψει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συνθλίψει / να συνθλίβω / να συνθλίψω | να έχεις συνθλίψει / να συνθλίβεις / να συνθλίψεις | να έχει συνθλίψει / να συνθλίβει / να συνθλίψει | να συνθλίβουμε / να συνθλίψουμε | να συνθλίβετε / να συνθλίψετε | να συνθλίβουν / να συνθλίβουνε / να συνθλίψουν / να συνθλίψουνε |
| Προστακτική | — | έχε συνθλιμμένο / σύνθλιβε / σύνθλιψε | — | — | συνθλίβετε / συνθλίψτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →