θλίβω
•
- προκαλώ θλίψη, λύπη, στεναχώρια Βικιλεξικό
- με θλίβει η συμπεριφορά σου απέναντί μου
- σπάνιοασκώ δύναμη σε ένα αντικείμενο, το πιέζω ώστε να μειωθεί ο όγκος του Βικιλεξικό
- έθλιψε δυνατά το μπόγο με τα ρούχα
Ετυμολογία
θλίβω < αρχαία ελληνική θλίβω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *bʰlig- (χτυπώ)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | θλίβω | θλίβεις | θλίβει | θλίβουμε | θλίβετε | θλίβουν / θλίβουνε |
| Παρατατικός | έθλιβα | έθλιβες | έθλιβε | θλίβαμε | θλίβατε | έθλιβαν / θλίβαν / θλίβανε |
| Αόριστος | έθλιψα | έθλιψες | έθλιψε | θλίψαμε | θλίψατε | έθλιψαν / θλίψαν / θλίψανε |
| Μέλλοντας | θα θλίβω / θα θλίψω | θα θλίβεις / θα θλίψεις | θα θλίβει / θα θλίψει | θα θλίβουμε / θα θλίψουμε | θα θλίβετε / θα θλίψετε | θα θλίβουν / θα θλίβουνε / θα θλίψουν / θα θλίψουνε |
| Παρακείμενος | έχω θλίψει | έχεις θλίψει | έχει θλίψει | έχουμε θλίψει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα θλίψει | είχες θλίψει | είχε θλίψει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω θλίψει / να θλίβω / να θλίψω | να έχεις θλίψει / να θλίβεις / να θλίψεις | να έχει θλίψει / να θλίβει / να θλίψει | να έχουμε θλίψει / να θλίβουμε / να θλίψουμε | να θλίβετε / να θλίψετε | να θλίβουν / να θλίβουνε / να θλίψουν / να θλίψουνε |
| Προστακτική | — | θλίβε / θλίψε | — | — | θλίβετε / θλίψτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →