συννεφιασμένος
•
- που καλύπτεται κατά ένα μεγάλο μέρος από σύννεφα Βικιλεξικό
- συννεφιασμένος ουρανός
- για τη χρονική περίοδο όπου ο ουρανός είναι καλυμμένος από σύννεφα Βικιλεξικό
- ένα συννεφιασμένο πρωινό
- από το τραγούδι (1948) «Συννεφιασμένη Κυριακή» του Βασίλη Τσιτσάνη Συννεφιασμένη Κυριακή, μοιάζεις με την καρδιά μου που έχει πάντα συννεφιά, Χριστέ και Παναγιά μου
- μεταφορικάγια τη χρονική περίοδο που χαρακτηρίζεται από στενοχώριες και αίσθημα ανησυχίας Βικιλεξικό
- μεταφορικάγια πρόσωπο που δείχνει ότι τον απασχολούν διάφορα προβλήματα και ανησυχεί για κάτι Βικιλεξικό
- Το βράδυ, σα γύρισε, με βρήκε να κάθουμαι στα σκοτεινά κουλουριασμένη σε μια πολυθρόνα, αμίλητη και συννεφιασμένη. (⌘ Διδώ Σωτηρίου, Εντολή, [μυθιστόρημα], 1976)
Ετυμολογία
συννεφιασμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος συννεφιάζω
Άλλοι τύποι
συννεφιασμένασυννεφιασμένεσυννεφιασμένεςσυννεφιασμένησυννεφιασμένηςσυννεφιασμένοσυννεφιασμένοισυννεφιασμένοςσυννεφιασμένουσυννεφιασμένουςσυννεφιασμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →