Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

νεφοσκεπής

επίθετο, αρσενικό
•
  1. Αυτός που καλύπτεται από σύννεφα. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

νεφοσκεπής < από τις λέξεις νέφος και -σκεπής ( < σκέπω)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνεφοσκεπήςνεφοσκεπήςνεφοσκεπές
Γενικήνεφοσκεπούςνεφοσκεπούςνεφοσκεπούς
Αιτιατικήνεφοσκεπήνεφοσκεπήνεφοσκεπές
Κλητικήνεφοσκεπή / νεφοσκεπήςνεφοσκεπήςνεφοσκεπές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήνεφοσκεπείςνεφοσκεπείςνεφοσκεπή
Γενικήνεφοσκεπώννεφοσκεπώννεφοσκεπών
Αιτιατικήνεφοσκεπείςνεφοσκεπείςνεφοσκεπή
Κλητικήνεφοσκεπείςνεφοσκεπείςνεφοσκεπή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →