συνοδεία
•
- η ενέργεια το ρήματος συνοδεύω, η κίνηση ενός ή περισσότερων ατόμων, οχημάτων, σκαφών κ.λπ., που ακολουθούν, προπορεύονται ή προχωρούν δίπλα σε άλλο άτομο, όχημα κ.λπ., συχνά με σκοπό την προστασία του ή την επίβλεψή του Βικιλεξικό
- τα άτομα, οχήματα, σκάφη κλπ που συνοδεύουν κάποιον ή κάτι Βικιλεξικό
- μουσικήτο παίξιμο μουσικού οργάνου ή συνόλου που συνοδεύει την εκτέλεση μιας κύριας μελωδίας από τραγουδιστή ή σολίστα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συνοδεία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή συνοδεία / συνοδία :: η γραφή με ει αναφέρεται ήδη στο Λεξικό του Σουΐδα του 10ου αι. και δικαιολογείται από την ύπαρξη του ρήματος συνοδεύω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συνοδεία | συνοδείες |
| Γενική | συνοδείας | συνοδειών |
| Αιτιατική | συνοδεία | συνοδείες |
| Κλητική | συνοδεία | συνοδείες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →