συνοδευτικός
•
- που συνοδεύει κάτι Βικιλεξικό
- για άψυχασυχνά το συνημμένο, που επεξηγεί κάτι άλλο, προσθέτει σημαντικές πληροφορίες ή ουσιώδεις λεπτομέρειες και πρέπει να συμπαρουσιαστεί ή να αποσταλεί μαζί με το κυρίως έγγραφο/έκθεση Βικιλεξικό
- συνοδευτικό έγγραφο
Ετυμολογία
συνοδευτικός <συνοδεύ(ω) + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συνοδευτικός | συνοδευτική | συνοδευτικό |
| Γενική | συνοδευτικού | συνοδευτικής | συνοδευτικού |
| Αιτιατική | συνοδευτικό | συνοδευτική | συνοδευτικό |
| Κλητική | συνοδευτικέ | συνοδευτική | συνοδευτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συνοδευτικοί | συνοδευτικές | συνοδευτικά |
| Γενική | συνοδευτικών | συνοδευτικών | συνοδευτικών |
| Αιτιατική | συνοδευτικούς | συνοδευτικές | συνοδευτικά |
| Κλητική | συνοδευτικοί | συνοδευτικές | συνοδευτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →