Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συνοδευτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που συνοδεύει κάτι Βικιλεξικό
  2. για άψυχασυχνά το συνημμένο, που επεξηγεί κάτι άλλο, προσθέτει σημαντικές πληροφορίες ή ουσιώδεις λεπτομέρειες και πρέπει να συμπαρουσιαστεί ή να αποσταλεί μαζί με το κυρίως έγγραφο/έκθεση Βικιλεξικό
    • συνοδευτικό έγγραφο

Ετυμολογία

συνοδευτικός <συνοδεύ(ω) + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυνοδευτικόςσυνοδευτικήσυνοδευτικό
Γενικήσυνοδευτικούσυνοδευτικήςσυνοδευτικού
Αιτιατικήσυνοδευτικόσυνοδευτικήσυνοδευτικό
Κλητικήσυνοδευτικέσυνοδευτικήσυνοδευτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυνοδευτικοίσυνοδευτικέςσυνοδευτικά
Γενικήσυνοδευτικώνσυνοδευτικώνσυνοδευτικών
Αιτιατικήσυνοδευτικούςσυνοδευτικέςσυνοδευτικά
Κλητικήσυνοδευτικοίσυνοδευτικέςσυνοδευτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →