Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συνοδοιπορώ

/si.no.ði.poˈɾo/ρήμα
•
  1. έχω τις ίδιες αντιλήψεις με κάποιον, ακολουθώ την ιδεολογία του Βικιλεξικό
  2. παρωχημένοοδοιπορώ, βαδίζω μαζί με κάποιον στον ίδιο δρόμο, συντροφεύω σε μια διαδρομή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συνοδοιπορώ < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή συνοδοιπορῶ, συνηρημένος τύπος του συνοδοιπορέω < συνοδοιπόρος (αρχαία ελληνική σύν + ὁδοιπόρος) Συγχρονικά αναλύεται σε συν- + οδοιπορώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςσυνοδοιπορώσυνοδοιπορείςσυνοδοιπορείσυνοδοιπορούμεσυνοδοιπορείτεσυνοδοιπορούν / συνοδοιπορούνε
Παρατατικόςσυνοδοιπορούσασυνοδοιπορούσεςσυνοδοιπορούσεσυνοδοιπορούσαμεσυνοδοιπορούσατεσυνοδοιπορούσαν / συνοδοιπορούσανε
Αόριστοςσυνοδοιπόρησασυνοδοιπόρησεςσυνοδοιπόρησεσυνοδοιπορήσαμεσυνοδοιπορήσατεσυνοδοιπορήσαν / συνοδοιπορήσανε / συνοδοιπόρησαν
Μέλλονταςθα συνοδοιπορήσω / θα συνοδοιπορώθα συνοδοιπορήσεις / θα συνοδοιπορείςθα συνοδοιπορήσει / θα συνοδοιπορείθα συνοδοιπορήσουμε / θα συνοδοιπορούμεθα συνοδοιπορήσετε / θα συνοδοιπορείτεθα συνοδοιπορήσουν / θα συνοδοιπορήσουνε / θα συνοδοιπορούν / θα συνοδοιπορούνε
Παρακείμενοςέχω συνοδοιπορήσειέχεις συνοδοιπορήσειέχει συνοδοιπορήσειέχουμε συνοδοιπορήσειέχετε συνοδοιπορήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα συνοδοιπορήσειείχες συνοδοιπορήσειείχε συνοδοιπορήσειείχαμε συνοδοιπορήσειείχατε συνοδοιπορήσει—
Υποτακτικήνα έχω συνοδοιπορήσει / να συνοδοιπορήσω / να συνοδοιπορώνα έχεις συνοδοιπορήσει / να συνοδοιπορήσεις / να συνοδοιπορείςνα έχει συνοδοιπορήσει / να συνοδοιπορήσει / να συνοδοιπορείνα έχουμε συνοδοιπορήσει / να συνοδοιπορήσουμε / να συνοδοιπορούμενα έχετε συνοδοιπορήσει / να συνοδοιπορήσετε / να συνοδοιπορείτενα συνοδοιπορήσουν / να συνοδοιπορήσουνε / να συνοδοιπορούν / να συνοδοιπορούνε
Προστακτική—συνοδοιπόρησε——συνοδοιπορήστε / συνοδοιπορείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →