Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συνοριακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που βρίσκεται στα σύνορα ή συμβαίνει σ' εκείνη την περιοχή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συνοριακός < σύνορο + -ιακός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυνοριακόςσυνοριακήσυνοριακό
Γενικήσυνοριακούσυνοριακήςσυνοριακού
Αιτιατικήσυνοριακόσυνοριακήσυνοριακό
Κλητικήσυνοριακέσυνοριακήσυνοριακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυνοριακοίσυνοριακέςσυνοριακά
Γενικήσυνοριακώνσυνοριακώνσυνοριακών
Αιτιατικήσυνοριακούςσυνοριακέςσυνοριακά
Κλητικήσυνοριακοίσυνοριακέςσυνοριακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →