συντάσσω
•
- τοποθετώ στην κατάλληλη σειρά τα τυπικά στοιχεία του λόγου, σύμφωνα με τους κανόνες της γλώσσας Βικιλεξικό
- διατυπώνω κάτι γραπτά, και ειδικότερα για επίσημο έγγραφο ή για συγγραφή κειμένου που είναι αποτέλεσμα οργάνωσης και σύνθεσης δεδομένων στοιχείων Βικιλεξικό
- Τό δημόσιον ἐπέτρεψεν εἰς τόν Α νά ἐγείρη παράπηγμα ἐπὶ ἐθνικοῦ οἰκοπέδου, ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ κατεδαφίζῃ τοῦτο καὶ παραλαμβάνῃ τὸ ὑλικόν, ὁπόταν τῷ ἐπιτάξῃ τὸ δημόσιον. Πέρὶ τούτου δὲ συνετάχθη καὶ συμβόλαιον. Ὁ Α κατώρθωσε κατόπιν νὰ μεταβάλῃ λάθρᾳ τὸ κατ ̓ ἀρχὰς ἀνεγερθέν παρ' αὐτοῦ ξύλινον παράπηγμα εἰς οἰκοδόμημα ἐκ λίθινων τοίχων (Νομική, τομ. 1, 1895, σελ. 220 https://www.google.gr/books/edition/Nomik%C4%93/kSYaAAAAYAAJ?hl=en&gbpv=1&dq=%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AC%CF%80%CE%B7%CE%B3%CE%BC%CE%B1&pg=PA220&printsec=frontcover)
- παρατάσσω, τοποθετώ στρατιώτες σε παράταξη μάχης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συντάσσω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική συντάσσω.
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συντάσσω | συντάσσεις | συντάσσει | συντάσσουμε | συντάσσετε | συντάσσουν / συντάσσουνε |
| Παρατατικός | συνέτασσα | συνέτασσες | συνέτασσε | συντάσσαμε | συντάσσατε | συνέτασσαν / συντάσσαν / συντάσσανε |
| Αόριστος | συνέταξα | συνέταξες | συνέταξε | συντάξαμε | συντάξατε | συνέταξαν / συντάξαν / συντάξανε |
| Μέλλοντας | θα συντάξω / θα συντάσσω | θα συντάξεις / θα συντάσσεις | θα συντάξει / θα συντάσσει | θα συντάξουμε / θα συντάσσουμε | θα συντάξετε / θα συντάσσετε | θα συντάξουν / θα συντάξουνε / θα συντάσσουν / θα συντάσσουνε |
| Παρακείμενος | έχω συντάξει | έχεις συντάξει | έχει συντάξει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συντάξει | είχες συντάξει | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συντάξει / να συντάξω / να συντάσσω | να έχεις συντάξει / να συντάξεις / να συντάσσεις | να έχει συντάξει / να συντάξει / να συντάσσει | να συντάξουμε / να συντάσσουμε | να συντάξετε / να συντάσσετε | να συντάξουν / να συντάξουνε / να συντάσσουν / να συντάσσουνε |
| Προστακτική | — | έχε συντεταγμένο / σύνταξε / σύντασσε | — | — | συντάξτε / συντάσσετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
συντάσσομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →