σύνταξη
•
- η εκφορά του γραπτού ή προφορικού λόγου με συγκεκριμένους κανόνες στη χρήση, θέση και σχέση των λέξεων μιας φράσης Βικιλεξικό
- H σωστή σύνταξη διδάσκεται με το μάθημα του συντακτικού
- το γράψιμο ενός κειμένου, συνήθως επίσημου Βικιλεξικό
- H σύνταξη του νομοσχεδίου καθυστέρησε με ευθύνη του αρμόδιου υπουργού
- στο δημοσιογραφικό κλάδο Βικιλεξικό
- στο δημοσιογραφικό κλάδο Βικιλεξικό
- απομακρύνθηκε (με τη μορφή «παραίτησης») ο διευθυντής σύνταξης της ημερήσιας έκδοσης Μπάμπης Κούτρας και τη θέση του καταλαμβάνει το νέο πουλέν της κυρίας Αγγελοπούλου, ο μέχρι τούδε διευθυντής του κυριακάτικου φύλλου Λάμπρος Σμαΐλης (Χ. Γ. Παπουτσάκης, Αντί, τεύχη 886-891, 2007, σελ. 13)
- στο δημοσιογραφικό κλάδο Βικιλεξικό
- η τοποθέτηση των ανδρών μιας στρατιωτικής μονάδας σε στοίχους και γραμμές κατά την τακτική της συγκέντρωση Βικιλεξικό
- η αποχώρηση από την εργασιακή ζωή και η οικονομική επιβίωση με τη μηνιαία είσπραξη ενός ποσού που καταθέτει ο ασφαλιστικός και συνταξιοδοτικός φορέας του πρώην εργαζόμενου Βικιλεξικό
- Ο Κώστας βγήκε στη σύνταξη.
- το ποσό που εισπράττει μηνιαία ένας συνταξιούχος από τον ασφαλιστικό ή συνταξιοδοτικό φορέα του ή το κράτος όταν για λόγους ηλικίας, ή ατυχήματος ή άλλους, παύει να εργάζεται και δικαιούται να συνταξιοδοτηθεί Βικιλεξικό
- Πόση σύνταξη παίρνεις;
- Η σύνταξή της δεν έφτανε για να πληρώσει πλυστικά κι η δουλειά για τη χωριάτισσα δεν είχε ούτε ντροπή ούτε λυποκράτημα. (Κωσταντίνος Χατζόπουλος, Ο πύργος του ακροπόταμου, Α, 1915)
- μαθηματικάκαθορισμός των επιτρεπτών ακολουθιών συμβόλων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σύνταξη < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή σύνταξις • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σύνταξη | συντάξεις |
| Γενική | σύνταξης | συντάξεων |
| Αιτιατική | σύνταξη | συντάξεις |
| Κλητική | σύνταξη | συντάξεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →