συντακτικό
•
- γλωσσολογίατο τμήμα της γραμματικής που περιέχει κανόνες για τη δομή και τη λειτουργία μιας γλώσσας Βικιλεξικό
- απαιτείται καλή γνώση του συντακτικού για τη μετάφραση του κειμένου
- συνεκδοχικάμάθημα που ασχολείται με τους συντακτικούς κανόνες μιας γλώσσας Βικιλεξικό
- θα κάνουμε συντακτικό σήμερα
- συνεκδοχικάβιβλίο ή σύγγραμμα που παρουσιάζει και μελετά τους κανόνες αυτούς Βικιλεξικό
- είναι πολύ καλό αυτό το συντακτικό
- πληροφορικήτο σύνολο των κανόνων της διατύπωσης των εντολών σε μια γλώσσα προγραμματισμού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συντακτικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου συντακτικός (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →