συνταξιοῦχος
•
- καθαρεύουσασυνταξιούχος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συνταξιοῦχος (μαρτυρείται από το 1833)< → και δείτε τη λέξη συνταξιούχος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
συνταξιοῦχος (μαρτυρείται από το 1833)< → και δείτε τη λέξη συνταξιούχος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
συνταξιούχος (μαρτυρείται από το 1833) στην καθαρεύουσα συνταξιοῦχος < σύνταξι(ς) + -ούχος
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συνταξιούχος | συνταξιούχοι |
| Γενική | συνταξιούχου | συνταξιούχων |
| Αιτιατική | συνταξιούχο | συνταξιούχους |
| Κλητική | συνταξιούχε | συνταξιούχοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →