συντομογραφικός
•
- που έχει σχέση με συντομογραφία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συντομογραφικός < συντομογραφία + -ικός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική abréviatif)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συντομογραφικός | συντομογραφική | συντομογραφικό |
| Γενική | συντομογραφικού | συντομογραφικής | συντομογραφικού |
| Αιτιατική | συντομογραφικό | συντομογραφική | συντομογραφικό |
| Κλητική | συντομογραφικέ | συντομογραφική | συντομογραφικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συντομογραφικοί | συντομογραφικές | συντομογραφικά |
| Γενική | συντομογραφικών | συντομογραφικών | συντομογραφικών |
| Αιτιατική | συντομογραφικούς | συντομογραφικές | συντομογραφικά |
| Κλητική | συντομογραφικοί | συντομογραφικές | συντομογραφικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →