Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συντομογραφικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με συντομογραφία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συντομογραφικός < συντομογραφία + -ικός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική abréviatif)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυντομογραφικόςσυντομογραφικήσυντομογραφικό
Γενικήσυντομογραφικούσυντομογραφικήςσυντομογραφικού
Αιτιατικήσυντομογραφικόσυντομογραφικήσυντομογραφικό
Κλητικήσυντομογραφικέσυντομογραφικήσυντομογραφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυντομογραφικοίσυντομογραφικέςσυντομογραφικά
Γενικήσυντομογραφικώνσυντομογραφικώνσυντομογραφικών
Αιτιατικήσυντομογραφικούςσυντομογραφικέςσυντομογραφικά
Κλητικήσυντομογραφικοίσυντομογραφικέςσυντομογραφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →