συντριβή
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συντρίβω Βικιλεξικό
- μεταφορικάη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συντρίβω Βικιλεξικό
- μεταφορικάη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συντρίβω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συντριβή < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική συντρίβω < σύν + τρίβω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συντριβή | συντριβές |
| Γενική | συντριβής | συντριβών |
| Αιτιατική | συντριβή | συντριβές |
| Κλητική | συντριβή | συντριβές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →