συντρίβω
•
- σπάω και διαλύω κάτι σε μικρά κομμάτια, πιέζοντάς το Βικιλεξικό
- μεταφορικάεξοντώνω, καταστρέφω Βικιλεξικό
- μεταφορικάκαταρρακώνω, εξουθενώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συντρίβω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική συντρίβω < συν- + τρίβω
Άλλοι τύποι
συνέτριψασυνετρίβη3oσυντετριμμένοςσυντρίβομαισυντρίφτηκασυντριμμένοςσύντριψα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →