συνυπάρχων
•
- λόγιοπου συνυπάρχει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συνυπάρχων < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική συνυπάρχων, μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος συνυπάρχω
Άλλοι τύποι
συνυπάρχονσυνυπάρχοντασυνυπάρχοντεςσυνυπάρχοντοςσυνυπάρχουσασυνυπάρχουσαςσυνυπάρχουσεςσυνυπάρχωνσυνυπαρχουσώνσυνυπαρχούσηςσυνυπαρχόντων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →